ετεροχρονισμός

ο [ετεροχρονίζω]
1. ιατρ. η διαφορά μεταξύ τής χρονοταξίας νεύρου και αυτής τού μυός, η οποία εμποδίζει τη μετάδοση νευρικού ερεθίσματος όταν τα ερεθίσματα είναι μεμονωμένα, αλλά επιτρέπει τη μετάδοση όταν αυτά είναι επαναλαμβανόμενα
2. το να κατασκευάζει, να δημιουργεί ή να παρέχει κανείς κάτι σε χρόνο διαφορετικό, κυρίως μεταγενέστερο, από τον κανονικό, τον συνηθισμένο ή φυσιολογικό.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ετεροχρονίζω — ετεροχρόνισα, ετεροχρονίστηκα, ετεροχρονισμένος, αναβάλλω την εκτέλεση μιας ενέργειας σε σχέση με τον καθορισμένο χρόνο που έπρεπε αυτή να πραγματοποιηθεί. Ουσ. ετεροχρονισμός, ο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.